ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΒΕΑ, κ. Κ. ΜΙΧΑΛΟΥ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΒΕΑ, κ. Κ. ΜΙΧΑΛΟΥ

ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΕΔΕ ΜΕ ΘΕΜΑ: «MANAGERS IN AN ECONOMY UNDER CRISIS», 7/10/2011

 

«Το συνέδριο αυτό αποτελεί ένα γόνιμο πεδίο διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων, γύρω από τις κρίσιμες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική και η ευρωπαϊκή οικονομία. Προκλήσεις που έχουν άμεσο αντίκτυπο τόσο στη λειτουργία όσο και στις προοπτικές των επιχειρήσεων.

Τους τελευταίους μήνες, το διεθνές οικονομικό κλίμα έχει επιδεινωθεί αισθητά, με τους ρυθμούς ανάπτυξης των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη να επιβραδύνονται. Ειδικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, βρίσκεται στη δίνη μιας πρωτοφανούς κρίσης χρέους, χωρίς δυστυχώς να υπάρχει ακόμα ορατή προοπτική εξόδου. Αντίθετα, όπως φάνηκε και στη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, η αναβλητικότητα και οι διχογνωμίες στους κόλπους της ευρωζώνης, παρατείνουν το κλίμα ανησυχίας και τροφοδοτούν την επιθετικότητα των αγορών.

Επιπλέον, η Ευρώπη φαίνεται σήμερα εγκλωβισμένη σε ένα στείρο οικονομικό δόγμα, το οποίο επιδεινώνει αντί να αμβλύνει το πρόβλημα. Η συνταγή της αυστηρής λιτότητας και της με κάθε κόστος μείωσης των ελλειμμάτων, είναι πλέον προφανές ότι σκοτώνει αντί να θεραπεύει τις αδύναμες περιφερειακές οικονομίες.

Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα, αναδεικνύει με δραματικό τρόπο τις συνέπειες αυτής της εμμονής.

Εδώ και δύο χρόνια, η χώρα μας προσπαθεί να επιτύχει υψηλούς στόχους δημοσιονομικής προσαρμογής, με τρόπο που παράγει τα αντίθετα αποτελέσματα.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η μείωση του ελλείμματος για να είναι βιώσιμη πρέπει να στηρίζεται κατά τα δύο τρίτα σε περικοπές δαπανών και κατά το ένα τρίτο στην αύξηση εσόδων, μέσω της φορολογίας. Στην Ελλάδα βλέπουμε μέχρι σήμερα να εφαρμόζεται το αντίστροφο. Αντί να περικόπτονται δαπάνες, αυξάνονται σε εξοντωτικό σημείο οι φόροι.

Όμως η φοροδοτική ικανότητα πολιτών και επιχειρήσεων έχει πλέον εξαντληθεί. Τα εισοδήματα έχουν συρρικνωθεί δραματικά, η κατανάλωση έχει παγώσει, η ύφεση ξεπερνά το 5% και η ανεργία το 16%. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατον να υπάρξουν έσοδα για το κράτος, είναι αδύνατον να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Πράγματι, σύμφωνα με το προσχέδιο Προϋπολογισμού για το 2012, το έλλειμμα θα φθάσει φέτος τουλάχιστον στο 8,5% του ΑΕΠ φέτος, αντί για 7,6% που ήταν η αρχική πρόβλεψη. Αποτέλεσμα είναι να απαιτούνται διαρκώς νέα και σκληρότερα μέτρα, να συντηρείται και να επιδεινώνεται το κλίμα ανασφάλειας και απαισιοδοξίας.

Από την πρώτη στιγμή το ΕΒΕΑ, όπως και όλοι οι επιχειρηματικοί φορείς, έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Έχουμε επισημάνει το αδιέξοδο, έχουμε αναδείξει τα προβλήματα και την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά.

Οι επιχειρήσεις και ειδικά οι μικρομεσαίες δίνουν σήμερα έναν άνισο αγώνα επιβίωσης. Η δραματική μείωση της ζήτησης και η έλλειψη ρευστότητας και η αδυναμία χρηματοδότησης από το τραπεζικό σύστημα, σε συνδυασμό με την εκτόξευση της φορολογίας, δημιουργούν ένα περιβάλλον ασφυκτικό.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα το ΙΟΒΕ, η βιομηχανική παραγωγή στην Ελλάδα συρρικνώθηκε με ρυθμό της τάξης του 7,9% το πρώτο επτάμηνο του έτους, σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2010. Ενώ στον τομέα της μεταποίησης, η πτώση ξεπερνά το 8,5%. Ο δείκτης όγκου του λιανικού εμπορίου καταγράφει απώλειες της τάξης του 12,6% σε σύγκριση με το 2010, ενώ επιταχύνεται η ύφεση στους περισσότερους κλάδους Υπηρεσιών. Όσο για τον κατασκευαστικό τομέα, το δεύτερο τρίμηνο του 2011 υποχώρησε κατά 48,9% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Και βεβαίως αναμένεται περαιτέρω κάμψη, μετά τα νέα μέτρα για τη φορολογία των ακινήτων.

Επίσης, όπως ήταν αναμενόμενο, η επενδυτική δραστηριότητα έχει παγώσει, με τις ακαθάριστες επενδυτικές δαπάνες να συρρικνώνονται κατά σχεδόν 20% στο πρώτο εξάμηνο του 2011.

Τα μόνα αισιόδοξα μηνύματα έρχονται από τον τομέα των εξαγωγών. Το πρώτο εξάμηνο του έτους η αξία των ελληνικών εξαγωγών διαμορφώθηκε στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας, σημειώνοντας άνοδο της τάξης του 40% σε σύγκριση με το ίδιο εξάμηνο του 2010. Η συμμετοχή των εξαγωγών στο ΑΕΠ το πρώτο εξάμηνο του 2011 έφθασε στο 9,6%, ποσοστό που αποτελεί επίδοση ρεκόρ και αναδεικνύει την εξαγωγική δραστηριότητα σε μια από τις ελάχιστες κινητήριες δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας.

Παρά το ότι η αυξητική πορεία εκτιμάται ότι θα είναι ηπιότερη στη συνέχεια του έτους, φαίνεται ξεκάθαρα ότι όλο και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν στην εξωστρέφεια, ως στρατηγική επιβίωσης και ανάπτυξης ενάντια στην κρίση.

Ωστόσο και αυτή η μεγάλη προσπάθεια, αντιμετωπίζει σήμερα προβλήματα εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας και της υψηλής φορολογίας, που πλήττει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Είναι πλέον προφανές, ότι για την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την κρίση απαιτείται αλλαγή πορείας.

Απαιτείται κατ’ αρχήν να δοθεί ένα τέλος στην αβεβαιότητα και τη σεναριολογία, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι ηγέτες της ευρωζώνης οφείλουν να πείσουν με πράξεις και όχι με δηλώσεις, ότι είναι αποφασισμένοι να διασφαλίσουν την επιβίωση του κοινού νομίσματος. Να διασφαλίσουν τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ευημερία των λαών της.

Ταυτόχρονα, επιβάλλεται να αλλάξει άμεσα το μείγμα πολιτικής που εφαρμόζεται στη χώρα μας.

Η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων εξακολουθεί να είναι άμεσο ζητούμενο. Γιατί μόνο έτσι η Ελλάδα θα επιστρέψει στις αγορές. Μόνο έτσι το τραπεζικό μας σύστημα θα αποκτήσει και πάλι ρευστότητα για να στηρίξει την ανάπτυξη.

Αυτός ο στόχος όμως θα επιτευχθεί μέσα από την περικοπή των δαπανών και την τακτοποίηση των οικονομικών του κράτους. Όχι από τη φορολογική εξόντωση πολιτών και επιχειρήσεων.

Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι μια άμεση και κρίσιμη πρόκληση για τη χώρα μας. Η σημαντικότερη πρόκληση όμως για τα επόμενα χρόνια, είναι η στροφή σε ένα βιώσιμο και υγιές μοντέλο ανάπτυξης, χωρίς τις στρεβλώσεις που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.

Η ανάπτυξη που στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην εγχώρια ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση και στον υπερδανεισμό του κράτους κατέρρευσε. Και κατέρρευσε με οδυνηρές συνέπειες για όλους.

Καλούμαστε λοιπόν σήμερα να στραφούμε σε μια νέα αναπτυξιακή φιλοσοφία. Η οποία θα στηρίζεται όχι πλέον στο κράτος, αλλά στις δυνάμεις του ιδιωτικού τομέα. Θα στηρίζεται σε νέες παραγωγικές δραστηριότητες και επενδύσεις. Θα στηρίζεται στην εξωστρέφεια, στην ανταγωνιστικότητα και στη βέλτιστη δυνατή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα χρειαστεί σημαντική προσπάθεια. Τόσο από την Πολιτεία, μέσα από την επιτάχυνση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, όσο και από τις επιχειρήσεις.

Οι προτεραιότητες είναι σαφείς:

Πρώτον, χρειάζεται ένα θεσμικό και φορολογικό περιβάλλον το οποίο θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας.

  • Με απλούστερες και ταχύτερες διαδικασίες έγκρισης επενδύσεων, ειδικά σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, για την οικονομία και την απασχόληση.
  • Με ένα σύγχρονο, σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό καθεστώς.

Δεύτερον, χρειάζεται ριζική αναδιοργάνωση και βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό, αλλά και διαρθρωτικό.

Σήμερα ο δημόσιος τομέας στη χώρα μας είναι ένας από τους πιο δαπανηρούς στην Ευρώπη, ενώ το επίπεδο υπηρεσιών που παρέχει είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο.

Απαιτούνται λοιπόν σοβαρές παρεμβάσεις

  • για τη μείωση του κράτους και για την κατάργηση περιττών οργανισμών
  • για την εισαγωγή της αξιολόγησης σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης
  • για την θέσπιση συγκεκριμένων στόχων, αλλά και κινήτρων αποδοτικότητας.

Τρίτον, χρειάζεται αναμόρφωση του νομικού συστήματος της χώρας και η βελτίωση των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης. Αυτό που σήμερα επικρατεί είναι ένα χαώδες και δύσβατο καθεστώς, το οποίο παράγει ασάφειες, σύγχυση, καθυστερήσεις και ανασφάλεια δικαίου.

Θα πρέπει επομένως να γίνουν άμεσα βήματα,

  • Για την εφαρμογή ρυθμιστικών πλαισίων που καθορίζουν με σαφήνεια τους περιβαλλοντικούς όρους και τις προδιαγραφές χρήσης γης.
  • Για τη μείωση του χρόνου εκδίκασης υποθέσεων, με προτεραιότητα σε αυτές που αφορούν την αδειοδότηση σημαντικών επενδύσεων.

Τέταρτον, θα πρέπει η χώρα μας να πάψει να είναι μια από τις πλέον υπερ-ρυθμιζόμενες αγορές στην Ευρώπη.

Δεν μπορεί να υπάρξει δυναμική ανάπτυξης, όταν το κράτος παρεμβαίνει σε κάθε δραστηριότητα, όταν συντηρεί κλειστά επαγγέλματα και αγορές, όταν θέτει περιορισμούς που εμποδίζουν τον ανταγωνισμό. Οι κινήσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν δυστυχώς είτε αποσπασματικές και ελλιπείς, είτε απλώς προσχηματικές. Είναι καιρός για ουσιαστικές και ριζικές μεταρρυθμίσεις.

Πέμπτο και τελευταίο, θα πρέπει να ενισχυθεί η σχέση της Ανώτατης Εκπαίδευσης με τον κόσμο των επιχειρήσεων και τις ανάγκες της οικονομίας. Η σημερινή αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η επιχειρηματικότητα μολύνει τη γνώση, θα πρέπει επιτέλους να εκλείψει. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να έχουμε έλλειμμα καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας. Και ταυτόχρονα, θα βλέπουμε όλο και περισσότερους πτυχιούχους να μένουν άνεργοι ή να εγκαταλείπουν τη χώρα.

Η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από την κρίση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν στο επόμενο διάστημα, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Όμως, ο ρόλος των επιχειρήσεων θα είναι εξίσου σημαντικός. Υπάρχει ανάγκη να προσαρμοστούμε  στρατηγικά σε ένα νέο περιβάλλον. Ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό, από νέα καταναλωτικά πρότυπα και ανάγκες.

Η επιχειρηματικότητα οφείλει να κάνει ένα μεγάλο άλμα μπροστά, ξεφεύγοντας από περιχαρακώσεις του παρελθόντος. Καλούμαστε να στραφούμε σε νέες αποδοτικές δραστηριότητες και μοντέλα λειτουργίας, να αξιοποιήσουμε καλύτερα την τεχνολογία, τους πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό.

Η εξωστρέφεια και ο διεθνής προσανατολισμός δεν είναι πλέον φιλοδοξία, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης και ανάπτυξης.

Η αναζήτηση διεθνών συνεργασιών και το άνοιγμα σε νέες αγορές, με ανταγωνιστικά προϊόντα και  υπηρεσίες, αποτελούν το κλειδί για την υπέρβαση της κρίσης.

Υπάρχουν σήμερα δεκάδες παραδείγματα ελληνικών επιχειρήσεων, που κερδίζουν μέρα με τη μέρα αυτό το στοίχημα. Παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι η επιχειρηματικότητα έχει δύναμη να πρωταγωνιστήσει στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Αυτό που ζητούμε από το πολιτικό μας σύστημα και από τους ευρωπαίους εταίρους μας, είναι να μας δοθεί η ευκαιρία».